Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

persistent vegetative state


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο persistent παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: vegetative | state

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
persistent adj (person: tenacious) (χαρακτήρας)επίμονος επίθ
  ανυποχώρητος επίθ
  πεισματικός επίθ
 I don't like salesmen who are too persistent.
 Δε μου αρέσουν οι πωλητές που είναι υπερβολικά επίμονοι.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η πολιτικός ήταν ανυποχώρητη στο θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Συμπεριφέρθηκε με πολύ πεισματικό τρόπο κι έλεγε συνέχεια όχι.
persistent adj (constant, repeated)επίμονος επίθ
  συνεχής, διαρκής επίθ
  εμμένων επίθ
 She complained of her ex-husband's persistent phone calls.
 Παραπονέθηκε για τα επίμονα τηλεφωνήματα του πρώην συζύγου της.
 Παραπονέθηκε για τα συνεχή (or: διαρκή) τηλεφωνήματα του πρώην συζύγου της.
persistent adj (lasting, enduring)επίμονος επίθ
  συνεχής, διαρκής επίθ
 Persistent rain has left the ground saturated.
 Η επίμονη βροχή έχει διαποτίσει το χώμα.
 Η συνεχής (or: διαρκής) βροχή έχει διαποτίσει το χώμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση persistent vegetative state στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «persistent vegetative state».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!